ερζάτς

1. υποπροϊόν
2. (ειδ.) αναπληρωματική τροφή, προϊόν διατροφής που αντικαθιστά άλλα προϊόντα που είναι σπάνια
3. χαρακτηρισμός κατώτερης ποιότητας εμπορεύματος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γερμ. Ersatz «αντικατάσταση, υποκατάστατο].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.